εισφέρω

εισφέρω
(AM εἰσφέρω)
1. φέρνω, τοποθετώ μέσα
2. συνεισφέρω, παρέχω και εγώ κάτι («χρήματα πρὸς τὸν πόλεμον εἰσενεγκεῑν τοὺς πολίτας», Πλούτ.)
νεοελλ.
βοηθώ, συντελώ
μσν.
1. παρουσιάζω, απεικονίζω
2. ρέπω, κλίνω σε κάτι
αρχ.
1. εισέρχομαι
2. (στην Αθήνα) πληρώνω την «εισφορά»
3. επιφέρω, προξενώ δεινά
4. εισάγω, προτείνω
5. φέρνω μαζί μου, παρασύρω
6. εισάγω για τον εαυτό μου
7. εισηγούμαι κάτι καινούργιο
8. κοινολογώ, λέω
9. ορμώ
10. (για πολιτικές πράξεις) υποβάλλω σε κρίση, προτείνω
11. διορίζω, προτείνω διορισμό
12. μέσ. (για ενέργειες, καταστάσεις κ.λπ.) δείχνω, φανερώνω.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • εἰσφέρω — carry in pres subj act 1st sg εἰσφέρω carry in pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εισφέρω — εισφέρω, εισέφερα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εἰσενηνεγμένα — εἰσφέρω carry in perf part mp neut nom/voc/acc pl εἰσενηνεγμένᾱ , εἰσφέρω carry in perf part mp fem nom/voc/acc dual εἰσενηνεγμένᾱ , εἰσφέρω carry in perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσφέρετε — εἰσφέρω carry in pres imperat act 2nd pl εἰσφέρω carry in pres ind act 2nd pl εἰσφέρω carry in imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσφέρῃ — εἰσφέρω carry in pres subj mp 2nd sg εἰσφέρω carry in pres ind mp 2nd sg εἰσφέρω carry in pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσφέρετε — εἰσφέρω carry in pres imperat act 2nd pl εἰσφέρω carry in pres ind act 2nd pl εἰσφέρω carry in imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσενεγκαμένων — εἰσφέρω carry in aor part mid fem gen pl εἰσφέρω carry in aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσενεγκάμενον — εἰσφέρω carry in aor part mid masc acc sg εἰσφέρω carry in aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσενεγκάντων — εἰσφέρω carry in aor part act masc/neut gen pl εἰσφέρω carry in aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσενεγκόντα — εἰσφέρω carry in aor part act neut nom/voc/acc pl εἰσφέρω carry in aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”